αἰτεῖται

αἰτέω
ask
pres ind mp 3rd sg (attic epic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ευδράνεια — εὐδράνεια, ἡ (Α) [ευδρανής] σωματική δύναμη και υγεία («τὸ ἀδρανέστατον ταῑς χερσὶν εὐδράνειαν αἰτεῑται», ΠΔ) …   Dictionary of Greek

  • λακίς — λακίς, ίδος, ἡ (AM) σχισμένο πράγμα, ξεσκλίδι, ξέσκισμα, ράκος («ποίας ποθ ἁνὴρ λακίδας αἰτεῑται πέπλων», Αριστοφ.) αρχ. (για πλοίο) το άνοιγμα που γίνεται από έμβολο εχθρικού πλοίου («αἱ μὲν ἐκ τῶν ἐμβόλων ἀναρρητόμεναι λακίδες ἐξαίσιον… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.